13 Οκτ 2009

ΔΑΣΟΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ

ΔΑΣΟΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ
Η περίπτωση της Οίτης, της Γκιώνας, της Μεσσαπίας Εύβοιας και της Κασσάνδρας Χαλκιδικής

Στέφανος Σταμέλλος
Μέλος των Οικολόγων Πράσινων

Η περιοχή της Ρούμελης χαρακτηρίζεται από πανέμορφους και ιδιαίτερους ορεινούς όγκους, μεταξύ των οποίων αυτούς της Γκιώνας και της Οίτης. Τα δύο βουνά, ιστορικοί τόποι που ενέπνευσαν και φιλοξένησαν μεγάλους αγώνες για την ελευθερία και ανεξαρτησία του ελληνικού λαού, ξεχωρίζουν για τα φυσικά τους οικοσυστήματα και για τη μοναδικότητα κάποιων φυτικών και ζωικών ειδών, αιτία που οδήγησε στην ένταξή τους στο Δίκτυο ΦΥΣΗ 2000. Μέρος της Οίτης, ειδικότερα, έχει χαρακτηρισθεί ως Εθνικός Δρυμός από το 1966.
Τόσο, όμως, στη Γκιώνα όσο και στην Οίτη η μεταλλευτική δραστηριότητα έχει καταστρέψει μεγάλο μέρος του οικοσυστήματος και απειλεί ακόμη μεγαλύτερο. Και στους δύο ορεινούς όγκους είναι ολοφάνερη η εγκατάλειψη σε ό,τι αφορά την περιβαλλοντική προστασία και ειδικότερα τη δασοπροστασία. Το καθεστώς Εθνικού Δρυμού που ισχύει στην Οίτη δεν επαρκεί, οι μεταλλευτικές εταιρείες το αγνοούν με θράσος και προτείνουν εξορύξεις ακόμα και μέσα στον πυρήνα του, ενώ ο Φορέας Διαχείρισης του Δρυμού υπολειτουργεί. Παλιότερες προτάσεις επιστημόνων του Υπουργείου Γεωργίας για διεύρυνση των ορίων του δρυμού και του καθεστώτος προστασίας δεν εισακούστηκαν, ενώ η πρόταση τοπικών φορέων για ίδρυση Δασαρχείου Οίτης έπεσε στο κενό.

Αντίστοιχα, στη Γκιώνα η κατάσταση δεν είναι καλύτερη, η έννοια δε της περιβαλλοντικής προστασίας και της εφαρμογής του νόμου στην περιοχή είναι παντελώς άγνωστη. Αν και ένα μεγάλο τμήμα της εντάσσεται στο Δίκτυο ΦΥΣΗ 2000, το βουνό τρώγεται με μανία από τις μεταλλευτικές εταιρείες και τα δάση του εξαφανίζονται με γοργούς ρυθμούς είτε άμεσα (στις θέσεις εξόρυξης) είτε έμμεσα από τη γενικότερη υποβάθμιση που τα επηρεάζει. Έτσι, η δασική βλάστηση έχει συρρικνωθεί σε σχέση με το παρελθόν και οι συνέπειες είναι ανεπανόρθωτες τόσο στη βιοποικιλότητα όσο και στο μικροκλίμα της περιοχής, στο τοπίο και στα επιφανειακά και υπόγεια ύδατα.

Την υποβάθμιση αυτή των δύο μεγάλων ορεινών όγκων μας δεν μπορεί να αποτρέψει ούτε η Δασική Υπηρεσία. Αρμόδια και αποκλειστικά υπεύθυνη κάποτε για τη διαχείριση των δασικών οικοσυστημάτων της χώρας, συντελούσε στην προστασία τους και καθοδηγούσε την τοπική κοινωνία σε προσοδοφόρες δασοκομικές ασχολίες. Σήμερα, απογυμνωμένη από αρμοδιότητες και ερημωμένη από προσωπικό, παρακολουθεί τις εξελίξεις χωρίς να μπορεί να επέμβει ουσιαστικά. Οι δασοκομικές ασχολίες – οι τόσο απαραίτητες και για την προστασία του δάσους από πυρκαγιά – έχουν εγκαταλειφθεί, ενώ οι δασοφύλακες που επιτηρούν για κάθε λογής παρανομία ή κίνδυνο, χρεώνονται τεράστιες εκτάσεις για επιτήρηση, δουλεύοντας έτσι αναποτελεσματικά.
Μεγάλη ανησυχία δε για περαιτέρω υποβάθμιση της Γκιώνας και της Οίτης προκαλεί – εκτός των παραπάνω – το ενδεχόμενο πυρκαγιάς. Η αδυναμία της Δασικής Υπηρεσίας να πραγματοποιήσει έργα πρόληψης, η έλλειψη Ενιαίου Φορέα Δασοπυρόσβεσης, το δύσβατο οδικό δίκτυο των ορεινών περιοχών, οι μεγάλες αποστάσεις των δασικών οικοσυστημάτων Γκιώνας και Οίτης από τα αστικά κέντρα, η έλλειψη πυροφυλακίων και η ηλικιακή σύνθεση του ολιγάριθμου ορεινού πληθυσμού είναι παράγοντες που μάλλον απαισιοδοξία εμπνέουν στο ενδεχόμενο πυρκαγιάς.

Για να επιτευχθεί η δασοπροστασία στη Γκιώνα και στην Οίτη επείγει καταρχήν η αλλαγή του μεταλλευτικού κώδικα, που υπερισχύει κάθε χρήσης και ιδιοκτησίας στη μεταλλευτική περιοχή όταν πρόκειται για «λόγους δημοσίου συμφέροντος» και η κατάργηση των προθέσεων της σημερινής ηγεσίας του ΥΠΕΧΩΔΕ και των συναρμόδιων υπουργείων για ολοκληρωτική καταστροφή της Γκιώνας και μετατροπή και της Οίτης σε μεταλλευτική ζώνη, δηλαδή σε μια δεύτερη Γκιώνα. Προθέσεις που φάνηκαν από το πρόσφατο Ειδικό Χωροταξικό Σχέδιο για τη Βιομηχανία, σύμφωνα με το οποίο όλη η περιοχή της Φωκίδας και της Φθιώτιδας μετατρέπονται σε ένα τεράστιο εργοτάξιο εξόρυξης και επεξεργασίας μεταλλεύματος. Σχέδιο που δείχνει πως το παιχνίδι δεν είναι τοπικό, αλλά αφορά ένα μεγάλο μέρος της Στερεάς Ελλάδας, άρα θυσιάζεται ξεκάθαρα ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής γης σε ιδιωτικά συμφέροντα και τίθεται σε κίνδυνο ένα ακόμη μεγαλύτερο μέρος της περιφέρειας, καθώς και μεγάλη μερίδα του ελληνικού πληθυσμού, των οποίων η υγεία και η ποιότητα ζωής θα επηρεαστούν από τις επιπτώσεις της μεταλλείας και τις επεμβάσεις στα ύδατα. Επομένως, η μεταλλευτική δραστηριότητα στη Γκιώνα μας αφορά όλους, όπως όλους μας αφορά η εκτροπή του Αχελώου, τα μεταλλεία στην Κασσάνδρα Χαλκιδικής, το χωροταξικό για τον τουρισμό, κ.ά.

Η δασοπροστασία δεν μπορεί να επιτευχθεί ούτε με επιφανειακές εξορύξεις που αποψιλώνουν τις δασικές περιοχές ούτε με υπόγειες εξορύξεις που αλλάζουν οριστικά τον υδροφόρο ορίζοντα και επηρεάζουν το έδαφος, το υπέδαφος και τα υπόγεια νερά του δασικού οικοσυστήματος.

Επείγει, επίσης, η διεύρυνση των ορίων προστασίας των δύο οικοσυστημάτων. Στην Οίτη είναι αναγκαία καταρχήν η διεύρυνση του πυρήνα του Εθνικού Δρυμού, μιας και στον ήδη θεσμοθετημένο δεν συμπεριλήφθηκαν εξαρχής σημαντικές για προστασία περιοχές. Επιπλέον, μέχρι σήμερα δεν έχουν οριστεί με την προβλεπόμενη ΚΥΑ οι ζώνες και οι όροι, οι περιορισμοί και οι απαγορεύσεις ανά ζώνη του Εθνικού Δρυμού, σύμφωνα με το άρθρο 21 του Ν. 1650/86, γεγονός που μάλλον υποκινήθηκε από τις προθέσεις για μετατροπή της περιοχής σε μεταλλείο. Άλλωστε, ερωτήματα των Οικολόγων Πράσινων Φθιώτιδας (30.12.2008) προς τον Υφυπουργό κ. Κιλτίδη (μετά από τοποθετήσεις του σε ραδιοφωνικό σταθμό) σχετικά με τα μεταλλεία και το σχεδιασμό του Υπουργείου για το μέλλον της Οίτης, δεν απαντήθηκαν ποτέ.
Στη Γκιώνα, από την άλλη, επιβάλλεται η τήρηση του νόμου και η απόλυτη εναρμόνιση των δραστηριοτήτων στην περιοχή με το καθεστώς προστασίας της, ενώ η διεύρυνση των ορίων προστασίας πρέπει να συνδυαστεί με οριστική παύση της μεταλλευτικής δραστηριότητας και αποκατάσταση των πληγέντων τμημάτων του βουνού, αποκατάσταση της πληγείσας ιδιοκτησίας των ντόπιων κατοίκων και επαγγελματική αποκατάσταση των εργαζομένων στα μεταλλεία.

Επιμένοντας στην κατεύθυνση της δασοπροστασίας, οι Οικολόγοι Πράσινοι απαιτούμε – ταυτόχρονα με τα παραπάνω – την άσκηση σε εθνικό επίπεδο μιας ισχυρής δασικής πολιτικής και μιας συνεκτικής πολιτικής για τις προστατευόμενες περιοχές του Δικτύου ΦΥΣΗ 2000, οι οποίες θα δίνουν βάρος στην πρόληψη των καταστροφών, στην επιστημονική διαχείριση των φυσικών μας οικοσυστημάτων και στην αξιοποίησή τους ως φυσικό πόρο. Οι άξονες αυτοί θα εφαρμόζονται αναγκαστικά και για την περιοχή της ευρύτερης ορεινής Στερεάς Ελλάδας, παράλληλα με τη λειτουργία και αναβάθμιση του ρόλου της Επιτροπής «Φύση 2000», ως ανεξάρτητου φορέα, συμβούλου του αρμόδιου Υπουργείου, με επαρκή στελέχωση από εξειδικευμένο επιστημονικό και διοικητικό προσωπικό.

Μια άλλη κατεύθυνση που πρέπει να στραφούμε είναι η εφαρμογή της Κοινοτικής Οδηγίας – Πλαίσιο για τα νερά (2000/60/ΕΚ), κατά την οποία οι υδρολογικές λεκάνες πρέπει να αποτυπώνονται λεπτομερώς και να αποκτήσουν Σχέδιο Διαχείρισης, ενώ οι περιφέρειες υποχρεούνται να μελετήσουν άμεσα μέτρα για την παρακολούθηση των επιφανειακών νερών και την αποτροπή της ρύπανσής τους. Στην προκειμένη περίπτωση, η πρόθεση της εταιρείας ΕΛΜΙΝ να επεκτείνει τη δραστηριότητά της εντός της λεκάνης απορροής του ποταμού Μόρνου στη Γκιώνα δεν εναρμονίζεται με την Οδηγία – Πλαίσιο και σε καμία περίπτωση δεν εξασφαλίζει την προστασία των επιφανειακών και υπόγειων υδάτων. Αντιθέτως, τα θέτει ξεκάθαρα σε κίνδυνο, απειλώντας έτσι και την υδροδότηση του λεκανοπεδίου Αττικής.

Το παράδειγμα στις Σκουριές Χαλκιδικής είναι αναμφισβήτητο: Η υπόγεια εξόρυξη μαστεύει τα νερά της ευρύτερης περιοχής, τα οποία διαφεύγουν προς τα χαμηλότερα επίπεδα των στοών, όπου επιβαρύνονται με ευδιάλυτες ορυκτές ουσίες. Τα νερά αυτά αντλούνται από τα υπόγεια έργα επειδή εμποδίζουν τις εργασίες εξόρυξης και απορρίπτονται επιβαρυμένα σε επιφανειακούς αποδέκτες. Συχνά πριν την έναρξη της εκμετάλλευσης διανοίγεται μια σειρά από γεωτρήσεις περιφερειακά του κοιτάσματος, από τις οποίες αντλείται όλος ο υπόγειος υδροφόρος ορίζοντας για να μην δημιουργεί προβλήματα στην εξόρυξη.
Οι επιφανειακοί και οι υπόγειοι ταμιευτήρες νερού στραγγίζουν, με θύματα τα δάση της περιοχής, τις καλλιέργειες και την υδροδότηση των οικισμών. Λόγω των ρωγματώσεων των πετρωμάτων και των κενών που δημιουργούνται από την εξορυκτική διαδικασία, η υδρολογία της περιοχής αλλάζει εντελώς. Η ισορροπία δεν αποκαθίσταται ούτε μετά το πέρας της δραστηριότητας και η αιμορραγία συνεχίζεται στο διηνεκές.
Όταν το 1998 ξεκίνησε η διάνοιξη μιας μεταλλευτικής στοάς στις Σκουριές στα Μεταλλεία Κασσάνδρας Χαλκιδικής, η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων προέβλεπε ότι θα βγαίνουν 35 κ.μ. νερού την ώρα. Οι προβλέψεις αποδείχθηκαν τραγικά λανθασμένες. Η στοά «χτύπησε» φλέβα νερού με παροχή 350 κ.μ. την ώρα, τα οποία παροχετεύθηκαν στο γειτονικό ρέμα. Μετά από σύντομο χρονικό διάστημα, το άλλοτε καθαρό νερό του βουνού ήταν ένας μολυσμένος όξινος βούρκος που βρωμοκοπούσε θειάφι.
Παρά τις επανειλημμένες καταγγελίες πολιτών και του Δήμου Παναγίας, οι Σκουριές είναι στην ίδια κατάσταση μέχρι σήμερα. Και αντί να γίνουν έργα αποκατάστασης για να διαφυλαχθούν τα πολύτιμα υδατικά αποθέματα, προωθείται η έγκριση ενός θηριώδους μεταλλείου χρυσού/χαλκού και εγκαταστάσεων καθετοποίησης της εξόρυξης με μεταποιητικές μονάδες, που θα καταστρέψει ολοκληρωτικά την υδροφορία του ορεινού όγκου. Σημειώνεται ότι η δασοκάλυψη της περιοχής αγγίζει το 90% και αποτελεί το μεγαλύτερο ταμιευτήρα καθαρού νερού στη Χαλκιδική.

Παρόμοια η κατάσταση και στη Μεσσαπία της κεντρικής Εύβοιας, όπου συντελείται ένα από τα χειρότερα εγκλήματα κατά της δημόσιας υγείας και του δασικού περιβάλλοντος. Μείγμα βαρέων μετάλλων διοχετεύεται στον υδροφόρο ορίζοντα από όπου υδρεύονται χιλιάδες ανυποψίαστοι πολίτες και το λαθρεμπόριο υγρών και στερεών αποβλήτων που ανθεί στην περιοχή μολύνει το νερό και το έδαφος με δηλητηριώδη συστατικά. Κάτοικοι του Δήμου Μεσσαπίων, περιβαλλοντικοί σύλλογοι και επιστήμονες που πραγματοποίησαν αυτοψία, πιθανολογούν ότι η ΛΑΡΚΟ έχει μερίδιο ευθύνης για τη μόλυνση των υπόγειων υδάτων.
Από το 1969 στην κεντρική Εύβοια βρίσκεται η καρδιά της εξορυκτικής βιομηχανίας σιδηρονικελιούχου μεταλλεύματος της ΛΑΡΚΟ, που έχει κατασκάψει όλη την ενδοχώρα σε βάθος 300 και 400 μέτρων. Όλα της τα νταμάρια καταλαμβάνουν περίπου 4.000 στρέμματα του Δήμου Μεσσαπίων, όλα μέσα σε πευκόφυτες περιοχές. Η εταιρεία με την εξορυκτική δραστηριότητα φράζει παράνομα τα υδατορέμματα με εκατομμύρια τόννους αδρανών υλικών. Όταν βρέχει, το νερό δεν έχει διέξοδο, με αποτέλεσμα να συσσωρεύεται στους κρατήρες των λατομείων και από κει να διοχετεύεται στον υδροφόρο ορίζοντα, συμπαρασύροντας βαρέα μέταλλα. Μόνο οι μετρήσεις του εξασθενούς χρωμίου φτάνουν τα 128 μg/l κατά τόπους (>60 μg/l στο δίκτυο της ΔΕΥΑΜ), όταν το όριο ασφαλείας σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας είναι 0.

Να σημειωθεί επίσης, ότι αποκατάσταση των εγκαταλειμμένων χώρων εξόρυξης δεν έχει γίνει ποτέ, ενώ – όπως καταγγέλλουν οι τοπικές περιβαλλοντικές οργανώσεις και μέλη των Οικολόγων Πράσινων στην περιοχή, στερεά τοξικά απόβλητα εναποτίθενται σε δασικές εκτάσεις, την επικινδυνότητα των οποίων διαπίστωσε και το Γενικό Χημείο του Κράτους.

Δυο λόγια, τέλος, για τις υπόλοιπες επιπτώσεις της μεταλλευτικής δραστηριότητας, που αν και ιδιωτική, στα χαρτιά μας συμφέρει όλους.
Οι εξορύξεις πάνω και κάτω από οικισμούς, που καταστρέφουν κάθε ιδιωτική ιδιοκτησία και την ασφάλεια του πληθυσμού και η κατίσχυση της μεταλλειοκτησίας έναντι της ιδιοκτησίας, μάλλον δεν ωφελούν το δημόσιο συμφέρον. Με τα νέα Χωροταξικά Σχέδια, μάλιστα, ενισχύονται οι διατάξεις του Μεταλλευτικού Κώδικα (Ν. 210/1973) και θωρακίζεται η προτεραιότητα της μεταλλείας έναντι των άλλων αναπτυξιακών δυνατοτήτων της περιοχής, την προνομιακή πρόσβαση σε γη και σε παράκτιο χώρο και τη δασοπροστασία.
Από τα εκατομμύρια τόνους που εξορύσσονται, μόνο ένα ποσοστό της τάξης του 20-25% απομακρύνεται από την ευρύτερη περιοχή της εξόρυξης και του εργοστασίου επεξεργασίας. Όπως είδαμε και στην περίπτωση της Μεσσαπίας, μέρος των αποβλήτων της εξόρυξης βωξίτη και παραγωγής αλουμινίου επιβαρύνει τις δασικές, αγροτικές και οικιστικές εκτάσεις στα κατάντη των αποθέσεων στείρων υλικών, ενώ με τον άνεμο και τις βροχοπτώσεις καταλήγει σε επιφανειακούς υδάτινους αποδέκτες. Το υπόλοιπο ποσοστό καταλήγει στο βυθό του Κορινθιακού κόλπου, πρακτική που εφαρμόζει και το «Αλουμίνιο» και η ΛΑΡΚΟ.

Η βιωσιμότητα της δραστηριότητας και της απασχόλησης που προσφέρει στην τοπική κοινωνία (συνήθως σε εργασίες χαμηλής ή μηδενικής ειδίκευσης) καθορίζεται νομοτελειακά από την διαμόρφωση των συνθηκών στην παγκόσμια αγορά για το κάθε μέταλλο. Η χρονική διάρκεια της επένδυσης κατά την παγκόσμια πρακτική, συνδέεται αποκλειστικά με την οικονομική απόδοση του κοιτάσματος. Όταν τα οικονομικά δεδομένα ανατραπούν ή το εκμεταλλεύσιμο κοίτασμα εξοφληθεί, όλα εγκαταλείπονται ξαφνικά και οι εργαζόμενοι μένουν χωρίς δουλειά. Η περιοχή που μέχρι πρότινος ζούσε από το μεταλλείο μετατρέπεται σε έναν «πλεονάζοντα χώρο» και θύλακα ανεργίας (Μαντούδι, Λαύριο) και οι άνεργοι μεταλλωρύχοι αποτελούν μία από τις χειρότερες περιπτώσεις ανέργων, επειδή έχουν κατά κανόνα χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης και έχουν αποκοπεί από τον τοπικό ιστό απασχόλησης.

Επιπλέον, η μεταλλευτική περιοχή έχει υποστεί καταστροφές σε τόσο υψηλό βαθμό, που καμιά άλλη δραστηριότητα δεν μπορεί να αναπτυχθεί και να συνεισφέρει στην τοπική οικονομία. Η Β. Χαλκιδική, για παράδειγμα, με τη μοναδική ομορφιά, αλλά με πανάρχαιη μεταλλευτική ιστορία και μισό αιώνα σύγχρονης εντατικής μεταλλευτικής εκμετάλλευσης, έχει φτάσει σήμερα να έχει μόλις το 1/3 του κατά κεφαλήν εισοδήματος της «άλλης», της τουριστικής Χαλκιδικής. Είναι επίσης η πιο αραιοκατοικημένη περιοχή του νομού, έχει το χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο και το μεγαλύτερο δείκτη θνησιμότητας από μεταλλειογενείς ασθένειες (πνευμονοκονίαση, καρκίνος, καρδιακά και αναπνευστικά νοσήματα). Έχει μόλις το 3% των τουριστικών κλινών της Χαλκιδικής και το 2% της παραθεριστικής κατοικίας. Οι τιμές της γης, ακόμα και της παραθαλάσσιας είναι δέκα τουλάχιστον φορές χαμηλότερες από την «άλλη» Χαλκιδική, γεγονός που οφείλεται στις βαρύτατες, μη αναστρέψιμες περιβαλλοντικές βλάβες.

Σαν αντεπιχείρημα στην προοπτική απομάκρυνσης των μεταλλείων από τις περιοχές αυτές οι εταιρείες προβάλλουν τον οικονομικό μαρασμό και τον αποκλεισμό των πληθυσμών τους από την αγορά εργασίας. Οι ΟΙΚΟΛΟΓΟΙ ΠΡΑΣΙΝΟΙ προτάσσουμε το δικό μας αντεπιχείρημα: το όραμά μας για μια άλλη ανάπτυξη, την Πράσινη Ανάπτυξη, που θα δημιουργήσει υγιείς, βιώσιμες, οικολογικά σταθερές συνθήκες επιβίωσης του πληθυσμού στον τόπο του και θα φιλοξενεί ήπιες δραστηριότητες απασχόλησης, συμβατές με τη νομοθεσία για τις προστατευόμενες περιοχές.

Η παύση της μεταλλείας δεν είναι η ταφόπλακα ούτε της Οίτης ούτε της Γκιώνας, όπως προσπαθούν να μας πείσουν τα φερέφωνα των μεταλλευτικών εταιρειών για να ξεχάσουμε ότι όσο λειτουργούν τα μεταλλεία παύει κάθε άλλη προοπτική. Η παύση της μεταλλείας μπορεί και πρέπει να αποτελέσει την αρχή για μια άλλη οικονομική ανάπτυξη, ελπιδοφόρα, αειφόρα, τοπική και αλληλέγγυα, που θα τονώσει τον πληθυσμό χωρίς να υποθάλπει την υγεία και το μέλλον του. Που θα είναι εμπνευσμένη από τους πόρους που παρέχει ο ευρύτερος ορεινός όγκος – φυσικούς, κοινωνικούς, ανθρωπογενείς – και θα απευθύνεται με σεβασμό στον επισκέπτη του και στον καταναλωτή των προϊόντων του.

Είναι σαφές ότι οι ΟΙΚΟΛΟΓΟΙ ΠΡΑΣΙΝΟΙ υποστηρίζουμε κάθε προσπάθεια των τοπικών κοινωνιών για την αποτροπή της μεταλλευτικής δραστηριότητας και τη δημιουργία των συνθηκών που θα τονώσουν την τοπική οικονομία σε πράσινες κατευθύνσεις. Και ειδικά, λόγω του δασικού χαρακτήρα τους, σε δραστηριότητες που θα σχετίζονται άμεσα με την αξιοποίηση του δασικού κεφαλαίου. Άλλωστε, την οικονομική αξία του δάσους αναγνωρίζει και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, που στο Ψήφισμα σχετικά με τη Δασική Στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Οριστική έκδοση: 30/01/1997) αναφέρει ότι: «Τα δάση αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους ανανεώσιμους πόρους που διαθέτει η Ευρώπη. Με υπεύθυνη διαχείριση και φροντίδα είναι δυνατόν να παράγουν αγαθά και υπηρεσίες επ' αόριστον, βάσει προσέγγισης με προσανατολισμό την αγορά». Παρακάτω διαβάζουμε: «Λόγω της σημασίας του δασικού τομέα ως πηγής απασχόλησης και ευημερίας στην Ε.Ε., η εμπορική χρήση των δασών θα πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα της δασικής στρατηγικής της Ε.Ε. και να ενσωματωθεί στη χρήση των δασών για άλλους σκοπούς. Η δασική στρατηγική θα πρέπει να βασίζεται στην αναγνώριση της ποικιλομορφίας των ευρωπαϊκών δασών, της πολυλειτουργικότητάς τους και την ανάγκη για οικολογική, οικονομική και κοινωνική αειφορία».
Στο ίδιο ψήφισμα επισημαίνεται η ανάγκη προστασίας του δάσους ακριβώς για να διατηρηθεί και να ενισχυθεί ως προσοδοφόρος φυσικός πόρος και ως πηγή απασχόλησης. Έτσι, διαβάζουμε: «Η υποβάθμιση των δασών εξακολουθεί να αποτελεί ένα σοβαρό πρόβλημα στην Ευρώπη. Η Επιτροπή καλείται να υποβάλει προτάσεις για να επιτραπεί η ανάληψη δράσης κατά της διάβρωσης και της απερήμωσης, προκειμένου να προστατευθεί και να συντηρηθεί η οικονομική και βιολογική αξία της δασικής κληρονομιάς και να ενισχυθεί ο ρόλος της στη διατήρηση της ισορροπίας της υπαίθρου, με ιδιαίτερη αναφορά στα προβλήματα ειδικών περιοχών, συμπεριλαμβανομένων και των ορεινών».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου